Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Η γυναίκα που φύτευε σπόρους

Γεννήθηκα για να φυτεύω σπόρους
και έζησα με αυτούς τους όρους
το χωραφίσιο χώμα είχα για άρωμα
και την αγάπη του Θέου φορούσα κάθε χάραμα

Κι όταν χόρευα και τραγουδούσα
ποτέ, από ντροπή, τους άλλους δεν κοιτούσα
ήταν χρόνια απλά και ευτυχισμένα
φουρτούνες που περνούσαν,
τα βρίσκαμε αγαπημένοι.
Η πίκρα με εσωσε πολλάκις
ο θρήνος κούρνιαζε μέσα μου-αδέρφια, ήρωες, πρόσωπα γνωστά και άγνωστα
Το βιος-βιος!
Σαν γυναίκα έπνιγα τον πόνο στην χαρά.

Δεν μιλούσαμε η ψυχή από τι είναι φτιαγμένη.
Σας είπα χρόνια απλά, η ζωή μετρημένη.


Το όπλο ήταν το τρίτο χέρι
στο προσκέφαλο, να πολεμήσει έτοιμο,
οι καιροί ήταν τέτοιοι.
Στα άλογα ανέβαινα, βοηθούσα ταλαιπωρημένους
δώσε φαί, δώσε νερό κι ας είσαι από τόπους ξένους.

Ένα ζευγάρι πολύ αγαπημένο ζούσε έρωτα απαγορευμένο
τους έδωσα πνοή να φύγουν, να λευτερωθούν
το όνειρο τους να ζήσουν, πλάι τους κι εγώ!